ΜΙΝΩΙΤΩΝ ΓΕΥΣΕΙΣ

Κρητική Διατροφή

Η Κρήτη έχει μια από τις αρχαιότερες και πιο εύγευστες γαστριμαργικές παραδόσεις στον κόσμο, μια παράδοση γεύσεων, αρωμάτων, υλικών και τεχνοτροπιών που ξεκινά από τα προϊστορικά χρόνια και φθάνει μέχρι σήμερα.

Στη διεθνή επιστημονική κοινότητα γίνεται όλο και περισσότερη συζήτηση στην αναζήτηση της ιδανικής δίαιτας για την προαγωγή της υγείας. Μέσα από αυτές τις αναζητήσεις ολοένα και περισσότερο γίνεται λόγος για την περίφημη Μεσογειακή Δίαιτα και την υπεροχή της σε σχέση με άλλες γαστρονομικές παραδόσεις. Το 1994 ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, η Σχολή Δημόσιας Υγείας του Harvard, και ο Οργανισμός Υγείας Oldways παρουσίασαν την λεγόμενη Πυραμίδα της Μεσογειακής Δίαιτας αποδεικνύοντας επιστημονικά ότι η διατροφή των λαών της Μεσογείου, πλούσια σε λαχανικά, όσπρια, φρούτα, δημητριακά και με βασική πηγή λίπους το ελαιόλαδο, συντελεί στη διατήρηση της καλής υγείας και τη μακροζωία.

Η Κρητική διατροφή αποτελεί τα τελευταία χρόνια αντικείμενο μελέτης, αφού η πλειοψηφία των ερευνών αναδεικνύουν την Κρητική κουζίνα ως το πιο χαρακτηριστικό και ποιοτικά υψηλό παράδειγμα μεσογειακής διατροφής. Διαπιστώθηκε ότι οι κάτοικοι της Κρήτης έχουν τους χαμηλότερους δείκτες θνησιμότητας και τα πιο μικρά αναλογικά και σε παγκόσμια κλίμακα ποσοστά θνητότητας από καρδιαγγειακά νοσήματα και καρκίνους.

Ποιο είναι όμως το μυστικό της Κρητικής διατροφής; Η απάντηση είναι ότι οι Κρητικοί τρέφονται με τα προϊόντα που παράγει η γη τους, δηλαδή τρώνε άφθονα κηπευτικά, χόρτα και λαχανικά, όσπρια και φρούτα, αρωματίζουν το φαγητό τους με βότανα και φυτά από τα βουνά του νησιού, όπως θυμάρι και βασιλικό, ενώ σχεδόν πάντα συνοδεύουν το φαγητό με κρασί από τα τοπικά αμπέλια και εξαιρετικά νόστιμο ψωμί, που παραδοσιακά είναι ζυμωτό.

Άλλο χαρακτηριστικό του Κρητικού τραπεζιού είναι η ποικιλία των πιάτων, όπου κανένα δεν μονοπωλεί τη γεύση αλλά όλα μαζί συνθέτουν ένα εύγευστο σύνολο.

Το σημαντικότερο όμως διατροφικό στοιχείο είναι το λάδι, το οποίο για τους Κρητικούς όπως και για όλους τους λαούς της Μεσογείου, αποτελεί τη βασική πηγή λίπους.

Το λάδι αποτελεί τη βάση της Κρητικής και ελληνικής διατροφής, και χρησιμοποιείται στα περισσότερα πιάτα εκτοπίζοντας το βούτυρο ή άλλα είδη λαδιού που χρησιμοποιούνται σε άλλες περιοχές του κόσμου. Η θρεπτική αξία του λαδιού είναι τεράστια καθώς αποτελεί το πιο ισχυρό αντιοξειδωτικό της φύσης, προστατεύοντας δηλαδή τον οργανισμό από την οξείδωση και την ανάπτυξη των ελεύθερων ριζών που προκαλούν σοβαρές παθήσεις.
Η Κρήτη με το μεσογειακό της κλίμα και τη καλή σύσταση του εδάφους της επιτρέπει στο ελαιόδεντρο όχι μόνο να ευδοκιμεί παντού, τόσο σε πεδινές όσο και σε ορεινές περιοχές, αλλά και να αποδίδει στο λάδι την καλύτερη δυνατή ποιότητά του, με χαμηλή οξύτητα και υπέροχο άρωμα. Το γεγονός ότι οι Κρητικοί ζουν περισσότερο και έχουν τους χαμηλότερους δείκτες στην εμφάνιση ασθενειών φαίνεται να συνδέεται άμεσα με το ότι είναι οι μεγαλύτεροι καταναλωτές λαδιού παγκοσμίως.





Αν η σταθερότητα σε μια προτίμηση παραμένει αναλλοίωτη μέσα στο χρόνο παρά τη δυνατότητα εναλλακτικών λύσεων και την ποικιλία προσφορών, τότε αυτό σημαίνει πως η προτίμηση καλύπτει τις ανάγκες και δεν υπάρχει λόγος αλλαγής. Αυτό έχει συμβεί με την κρητική γαστρονομία που παρά την παρουσία σωρείας κατακτητών στο νησί παρέμεινε ακέραια και σταθερή στην αρχική της μορφή.

Με την πρώτη κόλας ματιά θα έλεγε κανείς ότι η κρητική κουζίνα είναι απλοϊκή, τα εδέσματά της συγκεκριμένα και η ποικιλία τους σχετικά περιορισμένη. Αυτή είναι και η αλήθεια μια και το μυστικό της δεν κρύβεται σε πολυποίκιλες τεχνικές παρασκευής αλλά στα ίδια τα προϊόντα που χρησιμοποιούνται.

Τα πάντα στην κρητική κουζίνα είναι απλά, λίγα, σαφή, ξεκάθαρα και κυρίως γνήσια και φυσικά. Αυτό ισχύει σε όλο το νησί με μικρές παραλλαγές ανά περιοχή. Όπως ήταν φυσικό οι κρητικοί διαμόρφωσαν την γαστρονομία τους με βάση τα προϊόντα που μπορούσαν να εξασφαλίσουν από την ίδια τους την περιοχή τα οποία ταυτόχρονα έδιναν τη δυνατότητα όχι απλώς για στοιχειώδη διατροφή αλλά για πλήρη και μάλιστα τέτοια που είναι πλέον βέβαιο ότι συμβάλει στη σωστή ανάπτυξη του οργανισμού και την εξασφάλιση μακροβιότητας.

Κατ΄ αρχάς σε όλες τις περιοχές του νησιού καταναλώνονται όλων των ειδών τα χόρτα του βουνού τα οποία είτε τα τρώνε ωμά σαλάτα είτε απλώς τα βράζουν και προσθέτουν στη συνέχεια ντόπιο λάδι και χυμό φυσικού λεμονιού. Εκτός από τα χόρτα από την κρητική ύπαιθρο περισυλλέγονται και τα περίφημα σαλιγκάρια που μαγειρεύονται στην κατσαρόλα με κόκκινη σάλτσα ή στο τηγάνι μπουμπουριστά, δηλαδή με λίγο δενδρολίβανο και σβησμένοι με κρασί. Τα περισσότερα ωστόσο διατροφικά προϊόντα προέρχονται από την κτηνοτροφία που από τα παλιά χρόνια άνθιζε στις ορεινές περιοχές της Κρήτης.

Τα αιγοπρόβατα εκτός από το περίφημο κρέας τους που αποτελεί και το βασικό πιάτο της κρητικής κουζίνας, εξασφαλίζουν και τα πλούσια γαλακτοκομικά προϊόντα για τα οποία η Κρήτη μπορεί να περηφανεύεται. Θαυμάσιο γάλα, ποικιλία τυριών όπως μυζήθρα, γραβιέρα και φέτα, και μοναδικό στακοβούτυρο για το παραδοσιακό κρητικό πιλάφι. Πέρα από τα αιγοπρόβατα στα χωριά κάθε οικογένεια φροντίζει να έχει τα οικόσιτά της, κότες και κουνέλια για την εξασφάλιση των αυγών και του κρέατος του σπιτιού.

Αναμφισβήτητα τη νοστιμιά σ΄ όλα τα παραπάνω εξασφαλίζει το ντόπιο λάδι μια και η ελαιοπαραγωγή εξακολουθεί μαζί με την κτηνοτροφία να αποτελεί τη βασική πλουτοπαραγωγική πηγή του νησιού. Το λάδι εκτός από το μαγείρεμα καταναλώνεται και ωμό πάνω από φρέσκα χόρτα, λαχανικά ή όσπρια και μαζί με το ντόπιο κρίθινο παξιμάδι και λίγες ελιές αποτελεί συχνά το πλήρες γεύμα κάθε κρητικού.

Ο περίφημος και διάσημος πια κρητικός ντάκος δεν είναι τίποτε άλλο από μια απλή αλλά νοστιμότατη και θρεπτικότατη σύνθεση ντόπιων και φρέσκων προϊόντων: κρίθινο παξιμάδι, τριμμένη ντομάτα και τυρί φέτα, λάδι και αλάτι. Για το επιδόρπιό τους οι κρητικοί προτιμούν πάλι σπιτικά γλυκίσματα παρασκευασμένα στο σύνολό τους με δικά τους προϊόντα: μυζηθροπιτάκια και ξεροτήγανα με μέλι.

 

 

Τελευταία Ενημέρωση (Σάββατο, 11 Αύγουστος 2012 13:47)